Παρασκευή, Μαρτίου 14

Το μπόι ενός πιτσιρικά...



Πληρώνουμε χαράτσια κι ότι μας ζητηθεί, δειλοί ραγιάδες κι άβουλοι, στη νέα κατοχή

Στο σκoπευτήρι της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του ’44, οι «προοδευμένοι» και «πλεονασματικοί» σήμερα στον προϋπολογισμό τους κατακτητές, εκτέλεσαν 200 πατριώτες. Γνωστή η ιστορία σχεδόν σε όλους. Άγνωστη η ΙΣΤΟΡΙΑ (έτσι, με κεφαλαία γράμματα), ενός πιτσιρικά 12 χρονώ, που συνελήφθη με τους υπόλοιπους και οδηγήθηκε μαζί τους στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Στήθηκαν όλοι στο μεγάλο μαντρότοιχο, με αντίκρυ τους τα θηριώδη πυροβόλα. Κι έτσι, καθώς ήτανε οργανωμένοι οι κατακτητές – όπως και σήμερα- και δεν ήθελαν τίποτα ν’ αφήνουν στην τύχη, πάκτωσαν τα πυροβόλα σε ψηλές τσιμεντένιες εξέδρες, έτσι που το ύψος βολής να φτάνει ένα αντρίκιο μπόι. Δεν είχε γίνει πρόβλεψη για παιδιά. Στις «προοδευμένες» δυτικές κοινωνίες, βλέπετε, τα παιδιά δεν προβλέπεται να στήνονται απέναντι στα αποσπάσματα. Μα τί κρίμα, σε τούτο τον έρμο τόπο ένα παιδί, ένα δωδεκάχρονο παλικαράκι, στάθηκε απέναντι στα πολυβόλα. Εύστροφος ο «μικρός», καθώς έκοβε το μάτι του, πήρε χαμπάρι πως το μπόι του ήταν κάτω από τη γραμμή του «θερισμού». Κι ανασηκώθηκε στα ακροδάχτυλα... να μην τη βγάλει καθαρή... να μην κουτσοβολευτεί αυτός δίπλα στους πεθαμένους... ένα δωδεκάχρονο παιδί ανασηκώθηκε στ’ ακροδάχτυλα... και γίνηκαν μεμιάς αυτοί οι 2-3 πόντοι, χιλιόμετρα ήθους. Όταν αρχίνισαν τα όργανα του θανάτου, όχι μόνο κανείς δεν έσκυψε να φυλαχτεί, μα και το παιδί ανασηκώθηκε για να μην ξεφύγει...

Πώς γίνηκε και οι πιτσιρικάδες που μεγάλωσαν από τότε, όσοι γλιτώσανε, όσοι γεννήσανε παιδιά, πώς γίνηκε να φτιάξουνε ένα λαό, που σκύβει συνέχεια για να φυλαχτεί...

Πώς γίνηκε σε 60 χρόνια δρόμου να κοντύναμε όλοι τόσο πολύ και να μας νοιάζει μονάχα να περάσει το κεφάλι μας κάτω από τα μέτρα, να μη μας αγγίξουν εμάς και τσιμέντο οι άλλοι γύρω μας...

Πώς γίνηκε σε δύο γενιές να θάφτηκε τόσο ήθος κάτω από εισαγόμενα μπιχλιμπίδια και πλαστικά πλήκτρα...

Τώρα, απέναντι στα ίδια πακτωμένα πυροβόλα, στέκεται βουβός ένας ολόκληρος λαός, με την ψυχή του κουρελιασμένη.

Όλοι εμείς, «δειλοί, μοιραίοι και άβουλοι αντάμα», θεατές της ζωής μας, με μόνη έννοια μη και μας πέσει η σακούλα με το ποπ κόρν από τα σφιγμένα ποδάρια μας...
Τώρα που πακτώνουν στα τσιμέντα την ίδια τη ζωή και το μέλλον του τόπου μας...
Κι αν είναι αλήθεια αυτό που μας δίδαξαν οι γιαγιάδες μας, πως ζωντανοί και πεθαμένοι σ’αυτό τον τόπο είναι της ίδιας κοινότητας «μετέχοντες», αλοίμονό μας σαν γυρίσει ο κύρης μας... και θα γυρίσει αργά ή γρήγορα... θα απλώσει έαν μακρύ κόκκινο κορδόνι στο μπόι ενός δωδεκάχρονου πεθαμένου... να δει... να ελέγξει... πόσων το μπόι μίκρυνε και περνά από κάτω... κι αν έμεινε κανείς που να μην χωρά... θα τον γλυκοφιλήσει σταυρωτά στα μάγουλα. Κι όσο για τους υπόλοιπους, σίγουρα θα μονολογήσει: «η πείνα το καμάρι είναι του Κιοτή, του σκλάβου που του μέλλει να θαφτεί».

Μπαμπαδήμας Γιάννης